ἑτερομηκικὸς

ἑτερο-μηκικὸς λόγος the ratio
A of the sides of a rectangle, Iamb. in Nic.pp.72,94P.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετερομηκικός — ἑτερομηκικός, ὁ (Α) [ετερομήκης] φρ. «ἑτερομηκικὸς λόγος» η αναλογία τών πλευρών τού ορθογωνίου …   Dictionary of Greek

  • -ικός — (ΑΜ ικός) κατάλ. που προήλθε από τον συνδυασμό τού ΙΕ επιθήματος kο με θέματα σε i . Στην Ελληνική ο συνδυασμός αυτός παραμένει ευδιάκριτος σε επίθ. όπως φυσι κό ς (< φύσι ς), μαντι κό ς (< μάντι ς). Το ΙΕ επίθημα * kο υπήρξε παραγωγικότατο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.